Από την αγιοποίηση στη δίωξη: Το θεσμικό αδιέξοδο της υπόθεσης Fauci
Γράφει ο Γιάννης Σ. Καλαντζάκης
Συνιδρυτής της Urban Policy Lab ΑΜΚΕ και ιδρυτής της OLYSIS.
Εμπειρογνώμων πολιτικών υγείας, cDPO και Lead Verifier κατά EU ETS, ISO 14064-1 και ISO 14064-2.
Στις 6 Αυγούστου, η Επιτροπή Εσωτερικής Ασφάλειας και Κυβερνητικών Υποθέσεων της αμερικανικής Γερουσίας ψήφισε, με οκτώ ψήφους έναντι πέντε και αυστηρά κατά κομματικές γραμμές, να θεωρηθεί ο Δρ. Anthony Fauci σε περιφρόνηση του Κογκρέσου. Ο γερουσιαστής Rand Paul διαβίβασε την υπόθεση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, ζητώντας την ποινική του δίωξη. Το DOJ επιβεβαίωσε ότι παρέλαβε την παραπομπή και την εξετάζει. Δεν υπάρχει ακόμη δίωξη, πολύ περισσότερο καταδίκη. Υπάρχει, όμως, ένα νέο κεφάλαιο σε μια υπόθεση που εδώ και χρόνια δεν εξετάζεται μόνο ως ζήτημα δημόσιας υγείας, αλλά ως σύμβολο της αμερικανικής πολιτικής σύγκρουσης.
Ο Δρ. Fauci επικαλέστηκε περισσότερες από εκατό φορές την Πέμπτη Τροπολογία, αρνούμενος να απαντήσει σε ερωτήσεις για τη διαχείριση της πανδημίας και την προέλευση του κορoνοϊού. Η εικόνα είναι αναμφίβολα βαριά. Ένας δημόσιος λειτουργός που επί δεκαετίες κατείχε κορυφαία θέση οφείλει να εξηγεί τις αποφάσεις, τις εισηγήσεις και τις παραδοχές του. Η λογοδοσία δεν είναι προαιρετική, ούτε μπορεί η επιστημονική ιδιότητα να λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι στον κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η επίκληση ενός συνταγματικού δικαιώματος αποτελεί ομολογία ενοχής. Ο Fauci είχε κάθε λόγο να θεωρεί ότι δεν προσέρχεται σε μια ουδέτερη διαδικασία αναζήτησης της αλήθειας. Ο Rand Paul είχε επανειλημμένα ζητήσει να οδηγηθεί στη φυλακή, ενώ ο Donald Trump έσπευσε, μετά την ψηφοφορία, να υποστηρίξει δημόσια την πιθανότητα δίωξής του. Όταν η ετυμηγορία προηγείται της εξέτασης, ο κοινοβουλευτικός έλεγχος κινδυνεύει να μετατραπεί σε πολιτικό δικαστήριο.
Η νομική διάσταση είναι, άλλωστε, κάθε άλλο παρά απλή. Η προληπτική χάρη που του είχε απονείμει ο πρόεδρος Joe Biden καλύπτει ενδεχόμενες ομοσπονδιακές πράξεις της προηγούμενης υπηρεσιακής περιόδου, όχι όμως αναγκαστικά μεταγενέστερη συμπεριφορά ή νέες δηλώσεις. Παράλληλα, αμφισβητείται αν μια επιτροπή μπορεί να ενεργοποιήσει ποινική διαδικασία χωρίς προηγούμενη απόφαση της ολομέλειας της Γερουσίας. Αυτά δεν αθωώνουν τον Fauci· δείχνουν όμως γιατί η υπόθεση δεν προσφέρεται για εύκολες βεβαιότητες.
Η περίπτωση Fauci έχει ήδη περάσει από δύο αντίθετες και εξίσου προβληματικές φάσεις. Στην πρώτη, ο επιστήμονας σχεδόν αγιοποιήθηκε. Η δημόσια αμφισβήτησή του παρουσιαζόταν συχνά ως αμφισβήτηση της ίδιας της επιστήμης. Η δική του φράση ότι οι επιθέσεις εναντίον του ήταν επιθέσεις κατά της επιστήμης, επειδή ο ίδιος την «εκπροσωπούσε», υπήρξε θεσμικά ατυχής και επιστημολογικά λανθασμένη. Κανένα πρόσωπο δεν ενσαρκώνει την επιστήμη. Η επιστήμη προχωρά μέσω της αμφισβήτησης, της επαλήθευσης, της αναθεώρησης και, συχνά, της παραδοχής του λάθους.
Στη δεύτερη φάση, ο ίδιος άνθρωπος μετατρέπεται σε αποδιοπομπαίο τράγο για το σύνολο της πανδημικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών. Πρόεδροι, κυβερνήτες, νομοθετικά σώματα, δικαστήρια, ομοσπονδιακές υπηρεσίες, επιστημονικές επιτροπές και μέσα ενημέρωσης συμμετείχαν στη λήψη ή στη νομιμοποίηση των αποφάσεων. Το κλείσιμο των σχολείων, οι περιορισμοί, οι υποχρεωτικότητες και η στάθμιση ανάμεσα στην υγεία, την οικονομία, την εκπαίδευση και τις ατομικές ελευθερίες ήταν πολιτικές αποφάσεις. Δεν μπορούν τώρα να αποδοθούν όλες σε έναν επιστημονικό σύμβουλο.
Η σύγκριση με τη Γερμανία είναι διδακτική. Εκεί η αποτίμηση της πανδημίας δεν οργανώθηκε γύρω από τη δίωξη ενός «Γερμανού Fauci». Ήδη το 2022 ειδική επιτροπή εμπειρογνωμόνων αξιολόγησε το νομικό πλαίσιο, τα μέτρα, τη διαχείριση των δεδομένων και την επικοινωνία κινδύνου.
Από το 2025, η γερμανική Βουλή (Bundestag) έχει προχωρήσει σε μια ακόμη ευρύτερη θεσμική αποτίμηση μέσω ειδικής Enquete-Kommission, στην οποία συμμετέχουν ισότιμα 14 βουλευτές και 14 ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες. Εξετάζονται δημόσια η σχέση εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, η εμβολιαστική στρατηγική, τα περιοριστικά μέτρα, η επικοινωνία, αλλά και οι κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες.
Η λογική είναι διαφορετική: όχι να βρεθεί ένα πρόσωπο που θα φορτωθεί την κρίση, αλλά να προσδιοριστεί τι πρέπει να αλλάξει πριν από την επόμενη. Αυτή είναι τελικά η διαφορά ανάμεσα στη λογοδοσία και στην αναζήτηση ενόχου.
Η ελληνική εμπειρία προσθέτει μια ακόμη διάσταση. Στην πρώτη περίοδο της πανδημίας, ο καθ. Σωτήρης Τσιόδρας έγινε στη δημόσια συνείδηση σχεδόν ταυτόσημος με την επιστημονική διαχείριση της κρίσης. Δεν είναι ο «Έλληνας Fauci» και δεν υπάρχει κανένας λόγος να μεταφερθεί μηχανικά στην Ελλάδα η σημερινή αμερικανική αντιπαράθεση.
Το θεσμικό ερώτημα, όμως, είναι κοινό: όταν η πολιτική εξουσία δανείζεται την αξιοπιστία ενός επιστήμονα για να στηρίξει δύσκολες αποφάσεις, πρέπει να διατηρεί απολύτως καθαρό ποιος εισηγείται και ποιος αποφασίζει. Σήμερα ο ΕΟΔΥ έχει ήδη αρχίσει να αξιοποιεί την εμπειρία της πανδημίας για την αξιολόγηση και τον ανασχεδιασμό της επιδημιολογικής επιτήρησης. Αυτό είναι θετικό, αλλά δεν υποκαθιστά μια ευρύτερη, ανεξάρτητη και διακομματική αποτίμηση του τρόπου με τον οποίο λήφθηκαν οι αποφάσεις, επικοινωνήθηκε η αβεβαιότητα και σταθμίστηκαν η δημόσια υγεία, η εκπαίδευση, η οικονομία και τα ατομικά δικαιώματα. Όχι για να βρούμε τον δικό μας Fauci. Αλλά για να ξέρουμε τι θα κάνουμε διαφορετικά στην επόμενη κρίση.
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό θεσμικό αδιέξοδο. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, οι πολιτικοί χρησιμοποίησαν συχνά τη φράση «ακολουθούμε την επιστήμη» για να παρουσιάσουν επιλογές με βαθύ κοινωνικό και οικονομικό κόστος ως τεχνικά αναπόφευκτες. Με αυτόν τον τρόπο μετέφεραν στους ειδικούς μέρος της πολιτικής ευθύνης.
Σήμερα, η ίδια πολιτική εξουσία επιχειρεί να ανακτήσει αυτή την ευθύνη, όχι αναγνωρίζοντας τις δικές της αποφάσεις, αλλά αναζητώντας ένα πρόσωπο στο οποίο θα αποδώσει την αποτυχία.
Ο Δρ. Fauci πρέπει να ελεγχθεί αυστηρά. Για τον τρόπο με τον οποίο επικοινώνησε την επιστημονική αβεβαιότητα. Για το αν διέκρινε επαρκώς την επιστημονική εισήγηση από την πολιτική απόφαση. Για το αν υπήρξαν αντιφάσεις ανάμεσα στις ιδιωτικές εκτιμήσεις και στις δημόσιες τοποθετήσεις του. Για τη διαχείριση των ερωτημάτων σχετικά με τη χρηματοδότηση ερευνών και την προέλευση του ιού. Αλλά ο έλεγχος οφείλει να βασίζεται σε συγκεκριμένα έγγραφα, αρμοδιότητες, πράξεις και αποτελέσματα — όχι σε ψυχογραφήματα, προειλημμένες καταδίκες ή κομματικές ανάγκες.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν ο Δρ. Fauci ήταν άγιος ή ένοχος. Είναι πώς πρέπει να οργανώνεται η επιστημονική συμβουλή σε μια δημοκρατία. Χρειάζονται σαφής διάκριση ανάμεσα στον ειδικό που εισηγείται και στον πολιτικό που αποφασίζει, δημοσιοποίηση των δεδομένων και των μειοψηφικών απόψεων, ρητή αναφορά του βαθμού αβεβαιότητας, προκαθορισμένα κριτήρια επανεξέτασης των έκτακτων μέτρων και εκ των υστέρων αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της αναλογικότητάς τους.
Η δημοκρατία δεν προστατεύεται ούτε όταν αγιοποιεί τους ειδικούς ούτε όταν τους διώκει για να απαλλάξει τους πολιτικούς. Προστατεύεται όταν η επιστήμη τεκμηριώνει, η πολιτική αποφασίζει και όλοι λογοδοτούν για τον δικό τους ρόλο.
Ακολουθήστε μας στο Google News στο Facebook και το Instagram και δείτε τα video μας στο TikTok




















































232047
