Όταν το Κράτος Δικαίου λειτουργεί, αλλά η Δικαιοσύνη μοιάζει ανολοκλήρωτη
Γράφει ο Γιάννης Σ. Καλαντζάκης – Εμπειρογνώμων για πολιτικές υγείας, ESG συμμόρφωση και προστασία δεδομένων, ιδρυτής της OLYSIS και συνιδρυτής του Urban Policy Lab, cDPO σε 30+ οργανισμούς. Οι απόψεις εκφράζονται με προσωπική ιδιότητα.
Η αποφυλάκιση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, καταδικασμένου σε δεκαεπτά φορές ισόβια ως αρχηγού της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη», δεν άνοιξε απλώς μια νομική συζήτηση. Ξανάνοιξε ένα συλλογικό τραύμα. Και τα τραύματα αυτά δεν απαντώνται μόνο με παραπομπές σε άρθρα νόμων, όσο αναγκαίες κι αν είναι.
Η αντίδραση του Κώστα Μπακογιάννη ήταν ανθρώπινη, όχι προσχηματική. Πριν από κάθε θεσμική ανάλυση, υπάρχει ο γιος ενός δολοφονημένου πατέρα. Αυτό δεν ακυρώνει το κράτος δικαίου. Αντιθέτως, μας υποχρεώνει να εξετάσουμε αν το κράτος δικαίου, όπως εφαρμόζεται, διατηρεί και τη νομιμοποιητική του δύναμη στα μάτια των πολιτών.
Η φιλελεύθερη απάντηση δεν χωρά στο απλοϊκό σχήμα «λειτούργησε ή δεν λειτούργησε το κράτος δικαίου». Χρειάζεται μια διάκριση: άλλο η εφαρμογή του νόμου, άλλο η αξιολόγηση του νόμου.
Η εφαρμογή του νόμου φαίνεται ότι έγινε. Η αποφυλάκιση δεν ήταν χάρη, ούτε πολιτική επιείκεια. Ήταν υφ’ όρον απόλυση με βάση τον μηχανισμό που προβλέπει η ποινική νομοθεσία. Το κράτος δικαίου δοκιμάζεται ακριβώς σε τέτοιες περιπτώσεις: όταν καλείται να εφαρμόσει κανόνες ακόμη και σε πρόσωπα που η κοινωνία δικαιολογημένα αποστρέφεται.
Η παρέμβαση του Αρείου Πάγου, με την εξέταση αναίρεσης της απόφασης, δεν αποδυναμώνει το επιχείρημα ότι το κράτος δικαίου λειτουργεί· το ενισχύει. Δείχνει ότι το ίδιο το σύστημα διαθέτει μηχανισμό αυτοελέγχου, ακόμη και σε υποθέσεις με τεράστιο πολιτικό και ηθικό βάρος.
Αν ο νόμος εφαρμοζόταν επιλεκτικά, επειδή το έγκλημα ήταν πολιτικά και ηθικά ειδεχθές, τότε δεν θα είχαμε κράτος δικαίου. Θα είχαμε κράτος εξαίρεσης. Και η εξαίρεση, όσο δελεαστική κι αν φαίνεται απέναντι στο κακό, είναι πάντα επικίνδυνη για μια φιλελεύθερη δημοκρατία.
Όμως εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα. Διότι το γεγονός ότι ένας κανόνας εφαρμόστηκε σωστά δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο κανόνας είναι σωστά σχεδιασμένος.
Σε κάθε σοβαρό σύστημα λογοδοσίας, όταν μια διαδικασία παράγει αποτέλεσμα που υπονομεύει την εμπιστοσύνη, δεν αρκεί να κοιτάξεις μόνο τον εφαρμοστή. Πρέπει να εξετάσεις τον σχεδιασμό της ίδιας της διαδικασίας. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν έπρεπε να παρακαμφθεί ο νόμος για τον Γιωτόπουλο. Το ερώτημα είναι αν ο νόμος για πολυϊσοβίτες, τρομοκρατία και πολλαπλές ανθρωποκτονίες αποτυπώνει επαρκώς τη βαρύτητα της πράξης.
Εδώ η δημόσια αντίδραση δεν είναι απλός συναισθηματισμός. Είναι ένδειξη θεσμικού ελλείμματος εμπιστοσύνης. Όταν δεκαεπτά φορές ισόβια οδηγούν, στην πράξη, σε αποφυλάκιση μετά από περίπου ένα τέταρτο του αιώνα, η κοινωνία δικαιούται να ρωτήσει αν η έννοια των ισοβίων έχει αποψιλωθεί από το περιεχόμενό της.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι το δίλημμα δεν είναι ανάμεσα στην εκδίκηση και την επιείκεια. Στη Γερμανία, η ισόβια κάθειρξη μπορεί να επανεξεταστεί μετά τα δεκαπέντε χρόνια, αλλά το δικαστήριο μπορεί να συνεκτιμήσει την ιδιαίτερη βαρύτητα της ενοχής και να παρατείνει ουσιαστικά την κράτηση. Στη Γαλλία υπάρχουν περίοδοι ασφαλείας για βαριά εγκλήματα και τρομοκρατία. Στην Αγγλία και την Ουαλία υπάρχουν ακόμη και whole life orders για τις βαρύτερες περιπτώσεις, τα οποία όμως μετά τη νομολογία του Στρασβούργου τελούν υπό την απαίτηση να υπάρχει, έστω κατ’ αρχήν, πραγματική δυνατότητα επανεξέτασης.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν λέει ότι ο ισοβίτης πρέπει να αποφυλακίζεται. Λέει ότι η ισόβια ποινή πρέπει να είναι, νομικά και πραγματικά, αναστρέψιμη. Δηλαδή να υπάρχει δυνατότητα επανεξέτασης. Όχι αυτοματισμός αποφυλάκισης. Όχι ποινή χωρίς τέλος. Αλλά ουσιαστική κρίση.
Αυτό είναι το σημείο που αξίζει να κρατήσουμε. Η Ευρώπη δεν απαγορεύει την αυστηρότητα. Απαγορεύει την τυφλή, μη αναθεωρήσιμη ποινή. Αντιστρόφως, όμως, το κράτος δικαίου δεν επιβάλλει μια μηχανική αριθμητική συμπλήρωση ετών. Επιβάλλει ουσιαστική στάθμιση.
Για αυτό η συζήτηση που άνοιξε δεν πρέπει να χαθεί σε κραυγές. Χρειάζεται ειδικός μηχανισμός δικαστικής αξιολόγησης για περιπτώσεις πολυϊσοβιτών, τρομοκρατίας και πολλαπλών ανθρωποκτονιών. Με κριτήρια όπως η βαρύτητα της ενοχής, η επικινδυνότητα, η σχέση του καταδίκου με την πολιτική βία, η προστασία των θυμάτων, η δημόσια ασφάλεια και η πραγματική δυνατότητα επανένταξης.
Ναι στην προοπτική επανεξέτασης. Όχι στην αποψίλωση της έννοιας των ισοβίων. Ναι στο κράτος δικαίου. Όχι σε έναν μηχανισμό που κάνει την ποινή να μοιάζει ασύμμετρη προς το έγκλημα.
Το κράτος δικαίου δεν μετριέται μόνο από το αν εφαρμόζει τους κανόνες. Μετριέται και από το αν οι κανόνες του παραμένουν αναλογικοί, κατανοητοί και ικανοί να συγκρατούν την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Σε αυτό το επίπεδο, η αντίδραση Μπακογιάννη δεν πρέπει να διαβαστεί ως αίτημα εκδίκησης. Πρέπει να διαβαστεί ως υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε ποινική υπόθεση υπάρχουν θύματα, μνήμη, δημόσια ασφάλεια και θεσμική ευθύνη.
Και όταν ένας νόμος εφαρμόζεται σωστά αλλά παράγει αποτέλεσμα που η κοινωνία αδυνατεί να αναγνωρίσει ως δίκαιο, η απάντηση δεν είναι να παραβιάσουμε τον νόμο. Είναι να τον ξαναδούμε!
Ακολουθήστε μας στο Google News στο Facebook και το Instagram και δείτε τα video μας στο TikTok






















































