Όταν ένας αστρονόμος και ένα μπεργκεράδικο αναζητούσαν την αξία του internet

178
- Διαφήμιση -

Μπορεί άραγε, κάποιος, να φανταστεί μια εποχή που μια τεράστια αλυσίδα ταχυφαγείων δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη διαδικτυακή διεύθυνση που φέρει την ονομασία της; Ή, ακόμη χειρότερα, μια εποχή που ένα μεγάλο περιοδικό χαρακτηρίζει το διαδίκτυο «υπερεκτιμημένη μόδα»; Κι όμως, δεν χρειάζεται να πάμε πολύ μακριά. Αρκεί μια σύντομη επιστροφή μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90.

Είναι η εποχή που κάποιες μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις έχουν μόλις αρχίσει να κατανοούν την αξία του internet και σπεύδουν να αγοράσουν το domain name που φέρει την ονομασία τους. Κι όμως, προς τα τέλη του 1994, δεν είναι τόσες πολλές. Σίγουρα όχι όσες θα περίμενε κάποιος. Μόλις το 1/3 του Fortune 500 έχει κατοχυρώσει το domain name με το brand του, ενώ ένα 14% των μεγαλύτερων αμερικανικών εταιρειών βλέπει την ονομασία του να βρίσκεται σε ξένα χέρια.

- Διαφήμιση -

Εκείνη την περίοδο, ένας δημοσιογράφος του Wired, ο Joshua Quittner, βρίσκεται σε αναζήτηση του επόμενου θέματος. Αρχίζει να ψάχνει εάν οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν καταλάβει την αξία του παγκόσμιου δικτύου και εάν έχουν κατοχυρώσει το domain τους. Και μέσα σε αυτήν την αναζήτηση, εντοπίζει κάτι χαρακτηριστικό: τα γνωστά fast-food McDonald’s δεν έχουν κατοχυρώσει το mcdonalds.com, το οποίο είναι διαθέσιμο προς αγορά.

Ο Quittner επικοινωνεί με την ίδια την εταιρεία (και καταγράφει, αργότερα, σε άρθρο του, τις συνομιλίες). Η εκπρόσωπος Τύπου της αλυσίδας εστιατορίων, με μια μεγάλη δόση απορίας, θα του δώσει μια μη αναμενόμενη απάντηση: «Βρίσκετε ότι το internet είναι κάτι μεγάλο;». Η ίδια δεν μπορεί να πιστέψει πως ακόμη και αντίπαλες εταιρείες θα μπορούσαν να πάρουν το domain της McDonald’s και πως ακόμη και ο ίδιος βρισκόταν μερικά κλικ μακριά από την αγορά του.

Η εκπρόσωπος υπόσχεται στον Quittner πως θα προσπαθήσει να πάρει απαντήσεις από κάποιον υπεύθυνο για αυτά τα θέματα. Σε επόμενο τηλεφώνημα, απολογείται: «Δεν έχω τίποτα καινούργιο για εσάς και μάλλον δεν θα έχω», θα ομολογήσει. «Έχω αφήσει πολλά φωνητικά μηνύματα σε ανθρώπους, αλλά κανείς δεν φαίνεται να ξέρει τίποτα γι ‘αυτό». «Ίσως θα πρέπει απλά να γράψετε την ιστορία χωρίς αυτό. Μάλλον δεν θα είναι το τέλος του κόσμου» θα σημειώσει.

Η McDonald’s, εκείνη την εποχή, δείχνει να μην ενδιαφέρεται για αυτά τα θέματα. Ή, τουλάχιστον, να μην αγχώνεται ιδιαίτερα για το τι θα μπορούσε να συμβεί με το domain name του brand της και να μην υπολογίζει τις προοπτικές που θα της έδινε στο μέλλον. Και δεν είναι η μόνη. Όταν ο δημοσιογράφος θα καλέσει την Burger King για να την ρωτήσει εάν θα την ενδιέφερε το burger_king.com, η τελική απάντηση που θα πάρει, για μια ενδεχόμενη καταχώρηση, δεν διαφέρει ιδιαίτερα: «Δεν έχω μια οριστική απάντηση. Το πιο κοντινό που έχω για εσάς είναι ότι το εξετάζουμε. Αλλά δεν έχει ληφθεί καμία απόφαση».

Εκείνη την εποχή, οι πιο «ψαγμένες» φίρμες κατοχυρώνουν ακόμη και τις ονομασίες ανταγωνιστών, με κάποιες υποθέσεις να καταλήγουν και να επιλύονται στις δικαστικές αίθουσες. Η εικόνα που μας μεταφέρεται είναι πως πρόκειται για ένα «κυνήγι χρυσού», αφού κανείς δεν είναι σίγουρος για το πώς θα εξελιχθεί το διαδίκτυο και ποντάρει σε αυτό. Όπως διαβάζουμε «είναι εύκολο να βρείτε ένα αχρησιμοποίητο όνομα και μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν κανόνες που να σας απαγορεύουν να αποκτήσετε ένα εταιρικό όνομα, είτε είναι εμπορικό σήμα είτε όχι».

O αμερικανικός InterNIC (Internet Network Information Center), ο οργανισμός που είναι τότε υπεύθυνος για την κατοχύρωση των domain name ως προκάτοχος του ICANN, δεν επιτρέπει τις κατοχυρώσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί και εκείνες που είναι «προφανείς» παραβιάσεις. Άλλωστε, ο οργανισμός δέχεται, εκείνη την εποχή, 1.300 αιτήματα τον μήνα. Και εκείνοι που εξετάζουν τις υποθέσεις είναι «2,5 άτομα». 2,5 γιατί ο ένας από τους τρεις ασχολείται και με άλλα πράγματα.

Ο Quittner θα στείλει την αίτηση για την καταχώρηση του mcdonalds.com στο όνομα του. Δύο εβδομάδες μετά, λαμβάνει ένα email πως αυτή πραγματοποιήθηκε με επιτυχία. «Τι θα πρέπει να κάνω με το mcdonalds.com; Εσύ πες μου. Θα μπορούσα να το δώσω σε δημοπρασία. Θα μπορούσα να το κρατήσω ως τρόπαιο. Θα μπορούσα να δημιουργήσω μια αρχική σελίδα, εξηγώντας τη διαφορά μεταξύ του McDonald’s και του Josh “Ronald” Quittner. Έχετε μια πρόταση; Στείλτε τη στο ronald@mcdonalds» θα γράψει στο άρθρο του.

Ο Quittner τελικά θα συμφωνήσει να παραδώσει την ονομασία στην McDonald’s εάν η εταιρεία πραγματοποιούσε δωρεά σε έναν φιλανθρωπικό οργανισμό της επιλογής του – 3.500 δολάρια σε ένα δημόσιο σχολείο στο Μπρούκλιν για υπολογιστές και πρόσβαση στο διαδίκτυο. Εντούτοις, η συγκεκριμένη υπόθεση δεν ήταν η μοναδική. Στην αυγή της εποχής του διαδικτύου, μια σειρά εμπορικών ονομασιών, όπως το mtv.com και το roadrunner.com (το γνωστό καρτούν) θα απασχολήσουν την δημοσιότητα. Άλλες, όπως το nissan.com, δεν θα περάσουν ποτέ στα χέρια των άμεσα ενδιαφερόμενων..

Εκείνη η εποχή έχει άλλωστε και τα περίεργα της. Όπως το άρθρο που δημοσίευσε ο Clifford Stoll, ένας Αμερικανός αστρονόμος, συγγραφέας και δάσκαλος. Το όνομα του μάλλον δεν σας λέει πολλά. Αν σας λέει όμως – ή αν τον ψάξετε στο διαδίκτυο – θα είναι μάλλον λόγω εκείνου του άρθρου που είχε γράψει στο Newsweek μέσω του οποίου αποκαλούσε το internet μια «ανοησία», ένα άρθρο που είχε συνδυαστεί και με βιβλίο επί του θέματος. Τίτλος του: «Silicon Snake Oil: Second Thoughts on the Information Highway».

Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο Stoll θα θέσει ερωτήματα σχετικά με την επιρροή του Διαδικτύου στη μελλοντική κοινωνία και το αν θα ήταν επωφελής. Θα διατυπώσει διάφορες προβλέψεις στο άρθρο του, όπως, για παράδειγμα, γύρω από το ηλεκτρονικό εμπόριο (που το αποκαλεί μη βιώσιμο λόγω έλλειψης προσωπικών επαφών και ασφαλών ηλεκτρονικών μεταφορών κεφαλαίων) και το μέλλον των έντυπων εκδόσεων ειδήσεων («καμία ηλεκτρονική βάση δεδομένων δεν θα αντικαταστήσει την ημερήσια εφημερίδα σας»).

«Και υπάρχει και η κυβερνοεπιχειρηματικότητα. Μας υπόσχονται online καταστήματα αγορών – απλά κάντε κλικ για μεγάλες προσφορές. Θα παραγγέλνουμε αεροπορικά εισιτήρια μέσω του δικτύου, θα κάνουμε κρατήσεις εστιατορίων και θα διαπραγματευόμαστε συμβόλαια. Τα καταστήματα θα είναι απαρχαιωμένα. Λοιπόν, πώς το τοπικό εμπορικό κέντρο κάνει περισσότερα σε ένα απόγευμα από ό, τι ολόκληρο το Διαδίκτυο σε ένα μήνα; Ακόμα κι αν υπήρχε ένας αξιόπιστος τρόπος για να στείλετε χρήματα μέσω του Διαδικτύου – κάτι που δεν υπάρχει – από το δίκτυο λείπει ένα βασικό συστατικό του καπιταλισμού: οι πωλητές» θα γράψει.

Φυσικά, είναι εύκολο να γίνεις εκ των υστέρων προφήτης και να τονίσεις πως όλα αυτά που έγραφε ο Stoll… έγιναν. Και όχι απλώς έγιναν, αλλά μιλάμε για αγορές εκατομμυρίων, δισεκατομμυρίων δολαρίων. Το άρθρο του Stoll – και οι ιστορίες των κολοσσών που δεν μπορούσαν να συνειδητοποιήσουν τη σημασία των domain names – αποτελούν απτές αποδείξεις για το πώς τα πράγματα αλλάζουν σε ρυθμούς που δεν μπορούν όλοι, εύκολα, να προβλέψουν. Απόδειξη πως στην επιχειρηματικότητα και την καινοτομία χρειάζεται «open mind».

Άλλωστε, όταν το άρθρο του ξαναήρθε στα φώτα της δημοσιότητας το 2010, ο Stoll θα γράψει: «Από τα πολλά λάθη και κακές εκτιμήσεις μου, λίγα έγιναν τόσο δημόσια όσο εκείνο του 1995… Τώρα, όποτε νομίζω ότι ξέρω τι συμβαίνει, μετριάζω τις σκέψεις μου: Μπορεί να είναι λάθος».

- Διαφήμιση -

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.